Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012

Η πολιτιστική γενοκτονία εις βάρος των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων


Η πολιτιστική γενοκτονία εις βάρος
των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων  
Δημήτρη Ε. Ευαγγελίδη

Τα τελευταία χρόνια συντελείται στην περιοχή μας (και όχι μόνον), με την ανοχή των ελληνικών αρχών και με την σύμπραξη πολιτικάντηδων πάσης κατηγορίας και επιπέδου, ένα ειδεχθές έγκλημα, που είναι γνωστό σε όσους διαθέτουν στοιχειώδη γνώση και αντίληψη των πραγμάτων ως πολιτιστική γενοκτονία.
 
Υπενθυμίζω ότι ο όρος αναφέρεται κυρίως στην καταστροφή ή σκόπιμη αλλοίωση των άυλων/συμβολικών/πνευματικών στοιχείων της πολιτιστικής παράδοσης ενός πληθυσμού (γλώσσα, ήθη και έθιμα, μουσική κ.λπ.), ενώ για την καταστροφή των υλικών στοιχείων (κτήρια αρχιτεκτονικής αξίας, αγάλματα, ναοί, θρησκευτικά λατρευτικά αντικείμενα, πάσης φύσεως έργα τέχνης, βιβλία κ.λπ.) έχει επικρατήσει η χρήση του όρου Βανδαλισμός. Αναφερόμενοι σε συγκεκριμένα παραδείγματα ώστε να γίνει ευκολότερα κατανοητός ο όρος, στο κράτος του Ισραήλ π.χ. έχουν υπάρξει συχνά καταγγελίες πολιτιστικής γενοκτονίας εις βάρος των Σεφαρδιτικής καταγωγής Ισραηλινών από τους Ασκεναζίτες ομοφύλους τους, που κυριαρχούν στην πολιτική, στην δημόσια διοίκηση, στον στρατό, στην καλλιτεχνική ζωή κ.λπ. οι οποίοι περιφρονούν και υποβαθμίζουν σκόπιμα την σεφαρδιτική κουλτούρα, ενώ σε μια άλλη, πιο γνωστή περίπτωση, συχνά διαβάζουμε για καταγγελίες πολιτιστικής γενοκτονίας εις βάρος των Θιβετιανών εκ μέρους του Κινεζικού κράτους με στόχο την εξαφάνιση της θιβετιανής κουλτούρας.

Όπως προαναφέρθηκε, τα ίδια φαινόμενα πολιτιστικής γενοκτονίας παρατηρούνται τα τελευταία χρόνια εις βάρος των ντόπιων Μακεδόνων Ελλήνων εκ μέρους του Σκοπιανού κράτους και των εδώ ενεργουμένων τους, μεθοδικά, συγκαλυμμένα, παρασκηνιακά και ως συνήθως ύπουλα, με την πρόχειρη και αληθοφανή (για όσους δεν μπορούν να αντιληφθούν το τί συμβαίνει) δικαιολογία της διατήρησης (!) της παράδοσης.

Τα κρούσματα εντοπίζονται:

α. Στην βαθμιαία αλλοίωση του γλωσσικού μας ιδιώματος, με την εισαγωγή λέξεων, εκφράσεων κ.λπ. της κατασκευασμένης σκοπιανής γλώσσας

β. Στην συστηματική εξαφάνιση της παραδοσιακής μας μουσικής και τραγουδιών και την αντικατάστασή τους από σκοπιανά προπαγανδιστικά κατασκευάσματα που «πλασάρονται» σε πανηγύρια των χωριών όπου μετακαλούνται σκοπιανά συγκροτήματα και τραγουδιστές/τραγουδίστριες

γ. Στους τοπικούς χορούς της αυθεντικής μας παράδοσης που κινδυνεύουν να εξαφανιστούν λόγω της εμφάνισης χορών που διδάσκονται σε τοπικούς πολιτιστικούς Συλλόγους από εισαγόμενους σκοπιανούς χοροδιδάσκαλους ή ακόμα χειρότερα από δικούς μας που «μετεκπαιδεύτηκαν» δωρεάν σε πόλεις των Σκοπίων και μετέφεραν «μοντέρνους» παραδοσιακούς (!) χορούς, σε ένα αποκορύφωμα παραλογισμού.

δ. Στην εισαγωγή «παραδοσιακών» τοπικών ενδυμασιών με την εύκολη δικαιολογία της φθηνότερης τιμής και οι οποίες αντικαθιστούν τις αυθεντικές τοπικές φορεσιές που συχνά ουδεμία σχέση έχουν με τις γνήσιες. Κλασσικό παράδειγμα η τοπική αστική ενδυμασία της Έδεσσας, που χαρακτηρίζεται από σκούρα χρώματα και αποχρώσεις και η οποία αντικαθίσταται σταδιακά από εισαγόμενες φορεσιές με παρδαλά χρώματα, κόκκινο-άσπρο, έντονο ανοιχτό πράσινο, καναρινί (!) κ.λπ.

ε. Στην εισαγωγή ξενόφερτων «εθίμων», που εμφανίστηκαν στην Έδεσσα πρόσφατα από το πουθενά και τα οποία ήσαν παντελώς άγνωστα στην πόλη μας, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα τις διαβόητες «Μέτσκες» (=αρκούδες, ένα θέμα στο οποίο θα επανέλθουμε), που κάποιοι γνωστοί και μη εξαιρετέοι προωθούν συστηματικά, έχοντας δυστυχώς παρασύρει και αρκετούς καλοπροαίρετους, οι οποίοι πιστεύουν ότι έτσι διατηρούν τις τοπικές παραδόσεις!

Όλα αυτά βέβαια συμβαίνουν λόγω μια γενικευμένης άγνοιας, ιδίως των νεωτέρων, οι οποίοι αδυνατούν (για πολλούς και διαφόρους λόγους, η ανάλυση των οποίων εκφεύγει των πλαισίων ενός άρθρου) να αντιληφθούν τι είναι αυθεντικά παραδοσιακό και τι νοηματοδοτεί σε τελική ανάλυση ο όρος «παράδοση» στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και των πάσης φύσεως και προέλευσης θεραπαινίδων της, του άκρατου καταναλωτισμού, του ασύδοτου χρηματιστηριακού κεφαλαίου των διεθνών τοκογλύφων, των μνημονίων, της σκόπιμης εθνοαποδόμησης, των μεταμοντέρνων «Ιστορικών» τύπου Λιάκου, Ρεπούση, Κουλούρη και Σία και του αμερικανοπροωθούμενου Νεο-Οθωμανισμού. 

Παναγία Μεσονησσιώτισσα

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις και διαπιστώσεις υπήρξε μια αφίσα που κολλήθηκε αφειδώς σε τοίχους και κολώνες και η οποία διαφήμιζε τις πολιτιστικές εκδηλώσεις που έγιναν 7-8 Σεπτεμβρίου στο χωριό Νησί, που, σύμφωνα με την άποψη των διοργανωτών περί πολιτισμού, περιελάμβαναν: «Γεύσεις (προφανώς κουλτουριάρικα σουβλάκια και λουκάνικα), Ζωντανή μουσική (υπάρχει άραγε και νεκρή μουσική;), Χορό (τι είδους χορό δεν γράφει), Λαϊκό γλέντι (αυτή η διατύπωση, δεν ξέρω γιατί, μου φέρνει στο μυαλό εικόνες από τύπους και τύπισσες που έχουν έρθει στο τσακίρ-κέφι ανεβασμένοι στα τραπέζια) και τέλος, το απαραίτητο αλατοπίπερο, Μακεδονική παράδοση (δηλαδή;)». Για το τελευταίο και για όσους δεν κατάλαβαν, κάτω από τον τίτλο Μεσονησσιώτισσα (χωρίς άλλες διευκρινήσεις, αφού ακόμα και οι πέτρες γνωρίζουν, κατά τα μυαλά των διοργανωτών, ποια είναι η Μεσονησιώτισσα) υπάρχει ένας υπότιτλος που γράφει εις άπταιστον (έτσι νομίζουν) σκοπιανή γλώσσα «Μάλα Μπογκουρόιτσα», ό εστίν μεθερμηνευόμενον «Μικρή Παναγία» στα σκοπιανά και «Γειτονιά της Παναγίας» στα ντόπια (πρβλ. γκιούπκα μάλα=γύφτική γειτονιά, μαχαλάς, από παραφθορά της τουρκ. λέξης mahalle=συνοικία, γειτονιά). Και για τους μικρόνοες και αγράμματους σκοπιανολάγνους που θα σπεύσουν να δικαιολογηθούν ότι ο υπότιτλος δεν είναι στα σκοπιανά, αλλά στα ντόπια, τους υπενθυμίζω ότι είμαι ντόπιος, γνωρίζω εντόπικα και επί πλέον αρκετά Βουλγαρικά, άρα και το σκοπιανό γλωσσικό κατασκεύασμα, ώστε να ξεχωρίζω «τα πρόβατα από τα ερίφια», που λένε. Στα ντόπια το επίθετο μικρός, -ή, -ό είναι «μαλέτσκο, -α», στα βουλγάρικα «μάλ’κ, μάλκα, μάλκο» και στα σκοπιανά «μαλ, μάλα, μάλο». Γιατί άραγε δεν αλλάξαν και το «Μπογκουρόιτσα» σε «Μπογκοροντίτσα» όπως ονομάζουν την Παναγία στα βουλγάρικα και στα σκοπιανά; Προφανώς γιατί αυτή είναι η τακτική: Λίγο-λίγο, αργά και σταθερά.

Με λίγα λόγια: Η κατάσταση αρχίζει και ξεφεύγει και κάποτε οι πραγματικοί ντόπιοι οφείλουν να αρχίσουν να ασχολούνται περισσότερο με αυτά τα ζητήματα και όχι να τα εγκαταλείπουν σε κάποια δακτυλοδεικτούμενα άτομα που παριστάνουν τους «φανατικούς» ντόπιους εξυπηρετώντας προσωπικά συμφέροντα και απολαβές...
ΔΕΕ

Πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Pella News" στις 12-9-12

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ


ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ

Στη πολυσυμμετοχική δημοκρατία, απ' όλα έχει το πανέρι. Κόμματα, κινήματα, σχηματισμούς. Την δόξα δεν εμίσησε κανείς. Και όλοι, μα όλοι τους, θέλουν να μας πουν κάτι, χωρίς όμως να μπορούν.

Κάτι θέλουν να προτείνουν, αλλά προτάσεις δεν ακούγονται. Και αναζητούν ούλοι τους το καλό μας, αλλά δεν ξέρω αν το θέλουν.

Να σας τους επανασυστήσω. Μη μας διαφύγει και κανείς! Και δεν είναι παναθεμάτους και λίγοι! Από εδώ οι πρώην πατριώτες που έχασαν στον δρόμο λίγο από τον πατριωτισμό τους.

Από εκεί οι πρώην ξεπουλημένοι ή ξεπουλητάδες που μπερδεύτηκαν με τους μη ξεπουλημένους ή ξεπουλητάδες και έγιναν ρούχα μαζί που πλύθηκαν και έχουνε γίνει ρόζ.

Και στη μέση... Καλέ πόσοι είναι τούτοι; Και έχουν και μία μεγάλη αγωνία για το πώς θα μας σώσουν.

Καφενείο η ΕΛΛΑΣ. Περάστε κόσμε. Ένας, ένας και μη σπρώχνεστε. Και αριστεροί και δεξιοί. Και λίγο ή πολύ αριστεροί και δεξιοί. Και σοσιαλιστές και κεντρώοι. Και σοσιαλοκεντροαριστεροί. Και κεντροδεξιοί και ακροδεξιοί. Δεν νομίζω να αφήσαμε κανέναν έξω;

Πολιτικοί αλλάζουν θέσεις γραμμές και παρατάξεις και τα κόμματα ψάχνουν να βρουν μια από δω και μια από εκεί βολικές θέσεις για τις απόψεις τους. Αποφάσεις παίρνονται ή δεν παίρνονται και πάντα ερήμην μας. Πρόσωπα που πριν δυό χρόνια συμφωνούσαν, συνέπρατταν και συνενούσαν στα πάντα, ξαφνικά μας προέκυψαν αθώα! Λέτε αυτό να λέγεται παρθενογέννηση;

Και τελικά ποιος φταίει; Φταίει κάποιος ή για όλα φταίει ο Ανδρέας που δεν φόρεσε προφυλακτικό;

Μήπως είναι καλύτερα να πιστέψουμε πως όλοι οι άλλοι είναι ένοχοι εκτός από αυτούς που μετανόησαν και αναγεννήθηκαν ... σε αθώους;

Γι αυτό μήπως φοριέται τόσο η συγγνώμη τις τελευταίες μέρες;

Πείτε μου όμως κάτι. Όταν κάποιος γαλουχηθεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης, πόσο εύκολα μπορεί να τον αλλάξει;

Πείτε και κάτι άλλο. Πόσο μπορεί να πονάει ο Κουβέλης για τα εθνικά μας θέματα, αγκαζέ με τη Ρεπούση κι τη Δραγώνα και να μην ξεκαθαρίζει τη θέση του στα περί Μακεδονίας; Πως μπορεί η Κατσέλη και ο Κατσανίδης να μας σώσουν ; Και ο Καμένος τελικά είναι καμένος ή καϋμένος; Δεν έχω να πω λόγο άλλον κανένα για τον Βαγγέλη, για τον Αντώνη, για τη Ντόρα ή τον Καρατζαφέρη. Πιάσε τον έναν και βάρα τον άλλον.

Κάπως έτσι, φτάσαμε να μετράμε 10 κόμματα να διεκδικούν κομμάτι της πίτας στη βουλή. Ούτε φλουρί να είχε αυτή ή πίτα.

Και καλά. Άντε και φθάνουν στη βουλή. Από πού που, ποιος και πως τα έστησε αυτά τα κόμματα;

Ήταν τόσο μεγάλη η ανάγκη του λαού; Ή μήπως τόση μεγάλη ήταν η φτώχεια του πολιτικού συστήματος;

Κάποιοι, ένα σιχτίρισμα το έχουν φάει μέχρι και χθες απ’ όλους εμάς. Κάποιοι άλλοι που δεν τα βρήκανε με τους αρχηγούς, αυτοανακηρύχτηκαν αρχηγοί και σωτήρες, αφού πρώτα φρόντισαν να μας ρημάξουν.

Τα μεγάλα κόμματα έχασαν και τον μπούσουλα – ποτέ δεν τον είχαν- αλλά και την οικονομική δύναμη για να συντηρήσουν το σύστημα. Και έτσι βρήκαν τις έσχατες εναλλακτικές λύσεις για να μην κινδυνεύσει το σύστημα. Τα κόμματα, αποκόμματα ή αναχώματα.

Για να ξεσπάσει σε μαλακό μαξιλάρι η οργή του λαού και προπαντός, να μη χαθεί το σύστημα. Δηλαδή μία από τα ίδια, αλλά να μην φαίνεται το ίδιο, ίδια. Στα απελπισμένα μας αυτιά, δεν ξέρω πως σας ακούγονται όλα αυτά. Φοβερά, ή μήπως φοβερά καλά;

Για τους ψύχραιμους της κοινωνικοπολιτικής κρίσης που έχει ξεσπάσει, το θέμα είναι πιο απλό. Πιο ξεκάθαρο.

Το σύστημα καταρρέει. Τελειώνει.

ΤΕΛΟΣ ΕΠΟΧΗΣ. Η μεταπολίτευση χρεωκόπησε.

Τα αποκόμματα είναι το κύκνειο άσμα του συστήματος.

Γι αυτό μετά από τα κόμματα, βάλτε τελεία. Είναι καιρός.

Κρουά-κρουά
ΜΗΝΙΑΙΑ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ Ν. ΦΛΩΡΙΝΑΣ
Απρίλιος 2012

Τετάρτη 2 Μαΐου 2012

Το αντιμνημονιακό κίνημα, κίνημα αντίστασης


Το αντιμνημονιακό κίνημα, κίνημα αντίστασης


Μόλις πέντε ημέρες πριν από τις εκλογές επιβεβαιώνονται –σε βαθμό «κακουργήματος»– οι διαπιστώσεις στις οποίες είχαμε προβεί, όταν άνοιγε αυτή η προεκλογική περίοδος. Πως οι εκλογές αυτές αποτελούν την αρχή του τέλους του μεταπολιτευτικού σκηνικού, αποτελούν έναν οδοδείκτη για τις μελλοντικές εξελίξεις και τις προδιαγράφουν, χωρίς ταυτόχρονα να προσφέρουν κάποια σίγουρη εναλλακτική πολιτική πρόταση στο ξεπερασμένο παρελθόν. Όπως τονίζαμε, η κύρια πλευρά τους είναι η διάλυση του παλαιού, μεταπολιτευτικού, πολιτικού συστήματος.
Η ολική κατάρρευση των καθεστωτικών δυνάμεων, με πρώτο και κύριο τον αρχιτέκτονα της καταστροφής –το κόμμα-σύστημα ΠΑΣΟΚ–, η αδυναμία του ετέρου Καππαδόκη του πολιτικού συστήματος, της Νέας Δημοκρατίας, να αποτελέσει αξιόπιστη λύση, έστω στα πλαίσια του, ο πολυκερματισμός των πολιτικών δυνάμεων και η διάχυτη αγανάκτηση,  δίνουν τον τόνο αυτών των εκλογών.
Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω πια: Το καθεστώς αποσυντίθεται και καταρρέει και όλοι οι εκπρόσωποί του διασύρονται ανοιχτά μπροστά στα μάτια μας.

Το τέλος του ΠΑΣΟΚ
Πρώτα και κύρια ξεφτίζουν αμετάκλητα το ΠΑΣΟΚ και ο Βενιζέλος, που αγωνίζονται να πιάσουν το 15%, έχοντας καταντήσει ένας περιφερόμενος θίασος-μαγνήτης αποδοκιμασιών και διαπομπεύσεων. Μαζί τους είναι μόνον το Σύστημα, το συγκρότημα Λαμπράκη, το Mega και τα λοιπά μέσα της κατοχικής προπαγάνδας, τα οποία δίνουν ρεσιτάλ γκεμπελισμού, μήπως και καταφέρουν να τους συγκρατήσουν από τη διάλυση. Και όμως! Όπου σταθούν και όπου βρεθούν διαπομπεύονται, γιουχάρονται και ξεφωνίζονται, γεγονός που είναι απολύτως φυσιολογικό, και ίσως λίγο αν φανταστεί κανείς το κακό που έχουν κάνει σ’ αυτόν τον τόπο. Ο κύβος έχει ριφθεί και τα πράγματα είναι καθαρά και ξάστερα: Το ΠΑΣΟΚ έχει διαπράξει ύψιστο πολιτικό έγκλημα, και κανείς δεν πρόκειται να ησυχάσει εάν όλοι αυτοί οι κύριοι, με πρώτους και καλύτερους τον Γιωργάκη και τον Παπακωνσταντίνου, δεν συναντήσουν τον Άκη Τσοχατζόπουλο στον Κορυδαλλό, στην πτέρυγα των χουντικών. Το ΠΑΣΟΚ έχει μπει στην τελική φάση της ιστορικής διαδρομής του.

Η απαξίωση του Σαμαρά
Δεύτερον, απαξιώνεται διαρκώς η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά. Διότι, κάθε μέρα, αποδεικνύεται ότι είναι λίγος και το κόμμα του ελάχιστο. Δέσμιο μιας παρέας γιάπηδων του Κολωνακίου, μέχρι προχθές περιόριζε την προεκλογική του εκστρατεία σε νεοφιλελεύθερους εξυπνακισμούς, έδινε ρεσιτάλ πολιτικής γκάφας και ανέλπιστων δώρων προς τους αντιπάλους του (λέγε με Συμπιλίδη), ενώ, τώρα τελευταία, πανικόβλητο, προσπαθεί να συγκρατήσει τους ψηφοφόρους από τον Καμμένο και τη Χρυσή Αυγή με πυροτεχνήματα παλαιοδεξιάς εθνικοφροσύνης.  Έτσι, αντί να καταγγέλλει τις ηγεσίες και τους μηχανισμούς των αριστερών κομμάτων ως συνενόχους του ΠΑΣΟΚ στον μεταπολιτευτικό εκφυλισμό της δημοκρατίας, αντί να τους καταγγέλλει για τον εθνομηδενισμό τους, στρέφεται συλλήβδην κατά των «αριστερών», ανασταίνοντας τους παλαιούς διχασμούς, ενισχύοντας εν τέλει το ΠΑΣΟΚ, τα εξαπτέρυγά του (λέγε με ΔΗΜΑΡ), καθώς και τους πιο εθνομηδενιστικούς κύκλους του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο Σαμαράς δεν διαθέτει ούτε πρόγραμμα ούτε σχέδιο και είναι απελπιστικά λίγος απέναντι στις απαιτήσεις των καιρών. Εξάλλου, όλα αυτά είχαν ήδη διαφανεί από την εγκληματική του επιλογή να στηρίξει τον Παπανδρέου, τον Νοέμβριο, όταν αυτός και το κόμμα του κατέρρεαν, μέσα σε ένα κλίμα γενικής αμφισβήτησης από τους ίδιους τους βουλευτές του. Με την κίνησή του, όχι μόνο έσωσε τον αντίπαλό του και έφερε τον Παπαδήμο – αλλά και μας οδήγησε στο αδιέξοδο-ταφόπλακα του δεύτερου μνημονίου.

Οι θεσμικοί «αντιμνημονιακοί» και τα όρια τους
Τρίτον, οι εκλογές αυτές αναδεικνύουν τη σαφή βούληση του ελληνικού λαού να ενισχύσει έναν ριζοσπαστικό, αντιστασιακό πατριωτισμό. Γι’ αυτό τον λόγο ανεβαίνει ο Καμμένος, παρ’ όλο που το παρελθόν του αποτελεί μείζον μειονέκτημα, γι’ αυτό τον λόγο ενισχύεται και ο Τσίπρας  – παρ’ όλο που το κόμμα-βαρίδι που σέρνει από πίσω του κάνει ό,τι μπορεί για να το αποκρύψει. Για τον ίδιο λόγο επιβιώνει και το ΚΚΕ, ο μηχανισμός του οποίου έχει κηρύξει αυτοδιάλυση. Ιδιαίτερα η άνοδος του Καμμένου και του Τσίπρα συνδέεται με την προσπάθεια αυτών των προσωπικοτήτων να υπερβούν τα παλαιά στεγανά και στερεότυπα του χώρου τους και να ανοιχτούν προς τον ίδιο τον ελληνικό λαό, άσχετα με τα κίνητρά τους.
Ωστόσο, μένουν και οι δύο στη μέση του δρόμου. Ο Καμμένος, γιατί αυτό το άνοιγμα το συνδυάζει με μια νεοφιλελεύθερη οικονομική και πολιτική αντίληψη, ο δε Τσίπρας γιατί η υπέρβαση που επιχειρεί εξαντλείται περισσότερο σε μια προσωπική ρητορεία και δεν τολμάει να υπερκεράσει τα εθνομηδενιστικά βαρίδια του κόμματός του. Έτσι, αποσιωπά ζητήματα που συνδέονται με την ελληνική ταυτότητα και το μεταναστευτικό, δεν παίρνει θέση στα εθνικά ζητήματα και προβάλλει την ίδια συντεχνιακή αντίληψη του παλιού ΠΑΣΟΚ για τα ζητήματα που σχετίζονται με την Παιδεία και την κοινωνία.
Η έλλειψη ακριβώς μιας συγκροτημένης πρότασης καταδεικνύεται και από τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή ανάγκη υπέρβασης των παλαιών διαχωρισμών μετατρέπεται σε μια τυχοδιωκτικής εμπνεύσεως πρόταση διακυβέρνησης. Διότι είναι προφανές ότι αυτή η πρόταση του Τσίπρα σκοπεύει πολύ περισσότερο να αιφνιδιάσει το ΚΚΕ και τη ΔΗΜΑΡ και να δώσει μόστρα στον ΣΥΡΙΖΑ, που εμφανίζεται εξαιρετικά ενισχυμένος δημοσκοπικά, και δεν βασίζεται σε κάποιες επί της ουσίας θέσεις ή σε ένα μίνιμουμ πρόγραμμα. Διότι είναι ένα πράγμα το να φράξεις τον δρόμο στη μνημονιακή πολιτική, απογυμνώνοντας τα μνημονιακά κόμματα, την τρόικα και το καθεστώς, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια γενική αλλαγή των συσχετισμών και είναι ένα δεύτερο να μπορείς να προτείνεις και να επιβάλεις εδώ και τώρα μια ουσιαστικά νέα διακυβέρνηση. Πράγματι, ανάμεσα σε ποιους; Το ΚΚΕ υποστηρίζει την άμεση έξοδο από ευρωζώνη και ΕΟΚ, ο Κουβέλης είναι ευρωπαϊκότερος του ΠΑΣΟΚ και ο Σύριζα ταλαντεύεται ανάμεσα σε πολλαπλές τοποθετήσεις. Εάν σε αυτούς προστεθεί και η στήριξη από τον… Καμμένο, καταλαβαίνουμε ότι πιθανότατα θα οδηγηθούμε σε τραγέλαφο.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια επανάληψη, ολίγον γελοιογραφική, του πασοκικού συνθήματος των εκλογών του 1981, «στις 18 Σοσιαλισμό». Εξάλλου, το κύριο χαρακτηριστικό των δύο κατ’ εξοχήν «αντιμνημονιακών» κομμάτων είναι ο ιδιότυπος λαϊκισμός τους, και η προσπάθεια να αποφεύγουν τα δύσκολα. Ο Καμμένος αποσιωπά τις νεο-φιλελεύθερες όψεις της πολιτικής του, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ τις εθνομηδενιστικές. Χαρακτηριστικά, οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» επαναφέρουν διαρκώς τη συζήτηση στο «μνημόνιο», ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, με τη διαρκή αναφορά του πως η κρίση είναι «ευρωπαϊκό ζήτημα», αποκρύβει την ιδιαίτερη και ρατσιστική αντιμετώπιση της Ελλάδας από τους Ευρωπαίους «εταίρους», ενώ, για το μεταναστευτικό, πετάει την μπάλα στην κερκίδα,  υπεκφεύγοντας με το «Δουβλίνο 2» και με το «να πάρουν ταξιδιωτικά έγγραφα οι μετανάστες» ταυτόχρονα, προβάλλει ελάχιστα ως κεντρικό αίτημα την πληρωμή των γερμανικών αποζημιώσεων και του κατοχικού δανείου.

Είναι εφικτός ένας νέος Ανδρέας;
Στην πραγματικότητα, και τα δύο αυτά κόμματα εμπνέονται από το αλήστου μνήμης παράδειγμα του Ανδρέα. Ο Καμμένος παίζει σε όλα τα ταμπλό και είναι «έτοιμος», δήθεν, για συμμαχίες με όλους τους «αντιμνημονιακούς». Ο ΣΥΡΙΖΑ, που πριν πέντε χρόνια υπεράσπιζε την κατεδάφιση της χώρας, κατά τον μηδενιστικό Δεκέμβρη του 2008, και οικοδόμησε στον πιο ακραίο λαϊκιστικό Αλαβανισμό, σήμερα επενδύει στον Ανδρεϊσμό, που φαίνεται να ελκύει και τον Καμμένο. Μόνο που οι εποχές είναι πολύ διαφορετικές. Το ανδρεϊκό φαινόμενο οικοδομήθηκε στη δεκαετία του 1970, όταν το καθεστώς είχε αποθέματα αναδιανομής, υπήρχαν ευνοϊκές διεθνείς συνθήκες και ο δανεισμός ήταν ακόμα πολύ χαμηλός. Γι’ αυτό και ο Ανδρέας μπορούσε να επενδύει σε μια συνολική πολιτική που ήταν, ταυτόχρονα, πατριωτική, αναδιανεμητική και… δανειστική! Σήμερα, δεν μπορεί να επαναληφθεί κάτι ανάλογο διότι ο ελληνισμός δίνει  –κυριολεκτικά– μια πάλη ζωής ή θανάτου. Και κανένα επιδερμικό ή λαϊκιστικό –με την αρνητική έννοια του όρου– σχήμα, δεν έχει δυνατότητες μακροημέρευσης. Εξ άλλου, θα πρέπει να θυμίσουμε το δημοσκοπικό 18% του Αλαβάνου –και του μικρού τότε Τσίπρα– στη φάση της επένδυσης στα Εξάρχεια και… την κα Ρεπούση.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ένα διπλό πρόσωπο Ιανού, από τη μία πλευρά αποτελεί, υπέρβαση της μεταπολίτευσης, και από την άλλη την πιο χαρακτηριστική συνέχειά της, τόσο κοινωνικά όσο και ιδεολογικά. Εξάλλου σήμερα ενισχύεται σε βάρος του Κουβέλη, διότι καθώς βαθαίνει η κρίση, προσελκύει τους απογοητευμένους ή οικονομικά κατεστραμμένους Πασόκους, που προς στιγμήν είχαν στραφεί προς τη ΔΗΜΑΡ, η οποία – σε μεγάλο βαθμό εξ αιτίας της… Ρεπούση– συρρικνώθηκε και συσπειρώνει μόνο τη σημιτική πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ!
Δηλαδή, για να διευκρινίσουμε τη θέση μας. Οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και η στρατηγική Τσίπρα –όχι ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα–, ενώ δεν αποτελούν κάτι το πραγματικά «νέο» και συνεκτικό στη μετα-μεταπολιτευτική περίοδο, ταυτόχρονα προϊδεάζουν και προαναγγέλλουν μια νέα ιστορική εποχή κατά την οποία θα καταρριφθούν οι παλαιοί διαχωρισμοί και θα τείνει να συγκροτηθεί ένας νέος πολιτικός άξονας γύρω από τις  θεματικές του πατριωτισμού, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της οικολογίας και της άμεσης δημοκρατίας. Ο Καμμένος ανταποκρίνεται στο κριτήριο του πατριωτισμού, αλλά υπολείπεται δραματικά στα υπόλοιπα, ο ΣΥΡΙΖΑ ανταποκρίνεται –με τον τρόπο του– στο θέμα της κοινωνικής δικαιοσύνης, αλλά έχει τη μεγάλη τρύπα στο ζήτημα του πατριωτισμού και της εθνικής επιβίωσης του ελληνισμού.

Η οργανωτική αποτυχία των «αγανακτισμένων»
Οι μόνες δυνάμεις που θα μπορούσαν να προσφέρουν ένα αρχικό πρόπλασμα του «νέου» ήταν οι δυνάμεις των «πλατειών» και των Αγανακτισμένων. Ωστόσο, απέτυχαν να το κάνουν. Και βασική ευθύνη γι’ αυτό έχουν η μεγαλομανία και ο μεγαλοϊδεατισμός που υπήρξαν ένα από τα βασικά βαρίδια του αντιμνημονιακού κινήματος μέχρι σήμερα. Ο Μίκης Θεοδωράκης, μαζί  με τον Κασιμάτη, απέρριπταν συστηματικά την οποιαδήποτε πολιτική παρέμβαση της Σπίθας, και άρα τη συμμετοχή της στις εκλογές, με το καταπληκτικό διττό επιχείρημα ότι εμείς απευθυνόμαστε στην πλειοψηφία του ελληνικού λαού και περιμένουμε την κατάρρευση του καθεστώτος, ενώ, ταυτόχρονα, δεν έχουμε τη δυνατότητα και τα οικονομικά μέσα ούτε καν να διαμορφώσουμε ένα στοιχειώδες ψηφοδέλτιο! Ή όλα ή τίποτα, δηλαδή τίποτα! Άλλοι συγκρότησαν μεγαλεπήβολα «μέτωπα» και ετοίμασαν προγράμματα για τις πρώτες «εκατό μέρες» της εξουσίας τους και την ίδια στιγμή δεν μπορούν να συμπληρώσουν αξιόπιστα και πλήρη ψηφοδέλτια, συμμετέχοντας με περιθωριακό τρόπο στις εκλογές.
Και έτσι κατεστράφη η μόνη πραγματική δυνατότητα συγκρότησης ενός σχετικά αξιόπιστου εκλογικού αντιστασιακού σχήματος, που θα μπορούσε να εκφράσει τους κοινούς τόπους του κινήματος των Αγανακτισμένων, με αποτέλεσμα τη δυναμική αυτού του κινήματος να την εισπράξουν οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» και ο ΣΥΡΙΖΑ, το δε κενό του να το εκμεταλλευτεί ακόμα και η Χρυσή Αυγή που εμφανίζεται στα μάτια των αδαών νεαρών ως το κατ’  εξοχήν αντισυστημικό κίνημα.

Η νέα περίοδος του αντιστασιακού κινήματος
Αυτές οι εξελίξεις έχουν ήδη μεταβάλει τον τρόπο και τους κόμβους συγκρότησης ενός, εαμικού τύπου, πολυσυλλεκτικού δημοκρατικού ρεύματος, που είναι  αναγκαίο και εφικτό στην περίοδο που έρχεται.
Κατ’ αρχάς, για να μπορέσουμε να θέσουμε κάποια στιγμή, ουσιαστικά και όχι γελοιογραφικά, το αίτημα μιας συνολικής αλλαγής, είμαστε υποχρεωμένοι να πραγματοποιήσουμε μια «μακρά πορεία» –που οι συνθήκες την κάνουν να γίνεται πολύ πιο σύντομη χρονικά αλλά παραμένει αναγκαία από ποιοτική άποψη– μέσα από τα κινήματα αλλά και τους θεσμούς. Κατά την προηγούμενη περίοδο, αυτό μπορούσε και έπρεπε να εγκαινιαστεί μέσα από ένα «αντιμνημονιακό μέτωπο», συγκροτημένο σε μίνιμουμ πρόγραμμα, με βάση το κίνημα των Αγανακτισμένων και τις «πλατείες», το οποίο θα διευκρίνιζε την ιδεολογία και το πρόγραμμά του, σταδιακά, καθώς θα συγκροτούνταν. Δηλαδή, θα περνούσαμε από το πολύ γενικό και τις μίνιμουμ κοινές συνιστώσες στη συγκεκριμενοποίηση.
Αυτό δεν κατέστη δυνατό, για λόγους που έχουμε αναλύσει. Σήμερα, αφού η συγκρότηση δια του άμεσου «μετώπου των πλατειών» κατέστη ανέφικτη και άλλες πολιτικές δυνάμεις κάλυψαν το «κενό», έχουμε φτάσει στην ανάγκη της συγκεκριμενοποίησης προτάσεων και στρατηγικών, ενώ η καταστροφή της χώρας με την υπογραφή και των δύο μνημονίων έχει βαθύνει. Στο  εξής, το «μέτωπο» δεν μπορεί να είναι μόνον «αντιμνημονιακό» αλλά πρέπει να πάμε ένα βήμα πάρα πέρα, να γίνει «αντιστασιακό», συμπεριλαμβάνοντας θεματικές όπως το μεταναστευτικό, η Κύπρος, η ΑΟΖ, οι Γερμανικές Επανορθώσεις και το Κατοχικό Δάνειο.  Επί πλέον, είμαστε υποχρεωμένοι πλέον να μιλήσουμε για ένα μέτωπο που θα συγκροτηθεί όχι από τις «πλατείες» και μόνο, αλλά από διαφορετικές πολιτικές και κοινωνικές συνιστώσες και με στοιχεία προγραμματικής συμφωνίας που υπερβαίνουν την απλή αντιμνημονιακή ρητορική.
Κατά συνέπεια, προσβλέπουμε στη συνάντηση δυνάμεων που έχουν ήδη πίσω τους ένα κάποιο ιδεολογικό και πολιτικό παρελθόν και θα προέλθουν συχνά από τις αναπόφευκτες διευκρινίσεις απόψεων, οι οποίες θα λάβουν χώρα στο εσωτερικό υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων, κάτω από την πίεση του ίδιου του λαού. καθώς και από νέες δυνάμεις που θα αναδειχθούν από το κίνημα  – μέσα σε ένα κινηματικό και θεσμικό χωνευτήρι. Διότι η διεύρυνση του ΣΥΡΙΖΑ και η ανάδειξη νέων πολιτικών σχημάτων, όπως οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες», θα προκαλέσει στο εσωτερικό τους όλο και πιο ισχυρές διαφοροποιήσεις,. Δεν μπορεί ο εθνομηδενιστικός πυρήνας του Συνασπισμού να συμβαδίσει με τον νέο πατριωτικό λόγο, που έστω υπαινικτικά ή δημαγωγικά προφέρει ο Τσίπρας, ούτε θα μπορέσουν οι διάφορες «συνιστώσες» να συμπορεύονται σε κομβικά ζητήματα όπως το Κυπριακό, η ΑΟΖ, το μεταναστευτικό κ.λπ. Το ίδιο, και ίσως σε μεγαλύτερη έκταση, θα συμβεί στους «Ανεξάρτητους Έλληνες», γύρω από την πιθανή ή όχι συμπόρευση με νέα κυβερνητικά σχήματα. Ούτε το δυναμικό που εκφράστηκε στα ποικίλα σχήματα του χώρου των Αγανακτισμένων, από τη Σπίθα έως το ΕΠΑΜ, θα μείνει εκτός αυτών των διαδικασιών.
Σε αυτές τις συνθήκες, καθίσταται αναγκαία η διαμόρφωση ισχυρών και συνεκτικών σχημάτων και ομαδοποιήσεων, που ενστερνίζονται το «τετράπτυχο» που θέτουμε ως προϋπόθεση μιας προγραμματικής συμφωνίας, και οι οποίες θα μπορέσουν να λειτουργήσουν ως πόλοι αναφοράς και καταλύτες αυτής της μελλοντικής ανασύνθεσης που προδιαγράφουμε.
Πλέον, είναι εφικτή η συγκρότηση ενός –πλειοψηφικής απεύθυνσης– αντιστασιακού, πατριωτικού – ριζοσπαστικού ρεύματος. Υπάρχουν ίσως και οι συνθήκες ώστε να μπορέσει να σώσει τη χώρα από την απόλυτη καταστροφή, καθώς, ακόμα και στην Ευρώπη, πληθαίνουν οι φωνές που απορρίπτουν την πολιτική στραγγαλισμού που θέλει να επιβάλει η πανευρωπαϊκή γερμανική κηδεμονία. Ταυτόχρονα, το καθεστώς μέσα στην Ελλάδα έχει σαπίσει εντελώς και δεν μπορεί να υπάρξει μέλλον αν δεν αλλάξουμε άρδην κράτος και κοινωνία.
Αυτές οι απόψεις έχουν πλειοψηφικό χαρακτήρα και εκφράζουν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού: υπάρχει κενό εξουσίας και ηγεμονίας, αλλά τα οργανωμένα σχήματα και οι πολιτικές ομαδοποιήσεις βρίσκονται τραγικά πίσω από τις νέες ανάγκες. Γιατί προέρχονται, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, από ιδεολογικά και πολιτικά σχήματα διαμορφωμένα –και κάποτε πρωταγωνιστές της– στη μεταπολίτευση, τις πρακτικές και την ιδεολογία της. Γι’ αυτό εξάλλου και αποτελεί πολιτικαντισμό και ανδρεοπαπανδρεϊκή ρητορεία η πρόταση για άμεση ανατροπή του «συστήματος». Ιδού λοιπόν το κεντρικό αίτημα της περιόδου: Η ιδεολογική ηγεμόνευση της αντιστασιακής ιδεολογίας και στρατηγικής και η ταυτόχρονη οικοδόμηση των οργανωτικών προϋποθέσεων για τη μετατροπή αυτής της ιδεολογικής κυριαρχίας σε πολιτική.
Οι εκλογές σηματοδοτούν την απαρχή αυτής της διαδικασίας και όχι το τέλος τους. Ούτως ή άλλως, οι συσχετισμοί δεν θα μπορέσουν να παγιώσουν ισορροπίες, έστω και για ελάχιστους μήνες. Μας περιμένει, επομένως, μια μεγάλη περίοδος αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, αστάθειας και αβεβαιότητας, μέσα στην οποία θα διογκωθεί ο κίνδυνος της ολικής κατάρρευσης, που ήδη επικρέμεται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από τα κεφάλια μας. Πρέπει λοιπόν να εργαστούμε για έναν αυτόνομο πόλο πατριωτικής, ριζοσπαστικής και δημοκρατικής αντίστασης.
Όσο για το «τι ψηφίζουμε» σε αυτές τις εκλογές, πιστεύουμε πως ήδη έχουμε διαγράψει τη γενική κατεύθυνση. Ψηφίζουμε, «χωρίς αυταπάτες», δυνάμεις που αρνούνται την υποταγή και την καταστροφή της χώρας  και μάλιστα επιλέγουμε και πού θα κατευθύνουμε την ψήφο μας, σε άτομα που βρίσκονται πιο κοντά στο αντιστασιακό ζητούμενο και πιθανώς στις αναγκαίες μελλοντικές ανασυνθέσεις.

Υ.Γ. Έχουμε μια ειλικρινή απορία. Για ποιο λόγο άραγε οι «Ανεξάρτητοι Έλληνες» αλλά προπαντός ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αναδεικνύουν σε κεντρικό αίτημα της προεκλογικής εκστρατείας, όχι το χρονοβόρο ζήτημα των Γερμανικών Αποζημιώσεων γενικά, αλλά την άμεση καταβολή από τη Γερμανία του Κατοχικού Δανείου, άμεσα απαιτητού και πληρωτέου, που ξεπερνάει τα 65 δισεκατομμύρια ευρώ χωρίς τους τόκους; Γιατί όχι μια κεντρική διαδήλωση με αυτό το αίτημα;
Καλή ψήφο και ες αύριον τα σπουδαία.

Πρωτομαγιά 2012
ΚΙΝΗΣΗ ΠΟΛΙΤΩΝ «ΑΡΔΗΝ»



Δευτέρα 16 Απριλίου 2012

Μακεδονικά


Πρόλογος
Στο βιβλίο αυτό έχω συγκεντρώσει τρεις εργασίες μου με κεντρικό θέμα την Μακεδονία και ειδικότερα το ζήτημα της εθνολογικής σχέσης των αρχαίων Μακεδόνων με τα υπόλοιπα ελληνικά φύλα, το ζήτημα του γλωσσολογικού προσδιορισμού της λαλιάς των αρχαίων Μακεδόνων και τέλος το ακανθώδες ζήτημα του ιδιώματος που ομιλείται σε κάποιες περιοχές της σημερινής Μακεδονίας.

Η πρώτη εργασία, με τίτλο «Οι Γιαούνα Τακαμπάρα των Περσικών επιγραφών», αναρτήθηκε στις 5 Οκτωβρίου 2009 στο ιστολόγιο «ΕΘΝΟ-ΛΟΓΙΚΑ» (http://ethnologic.blogspot.com/) και τον επόμενο χρόνο αναρτήθηκε στην ομογενειακή ιστοσελίδα Macedonia Evidence στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://macedonia-evidence.org/persians.html σε μετάφραση στα αγγλικά του διεθνώς γνωστού αρχαιολόγου Καθηγητή Στέφανου Γ. Μίλλερ (Stephen G. Miller), τον οποίο ευχαριστώ για μια ακόμα φορά.

Η δεύτερη εργασία, με τίτλο «Η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων», περιλαμβάνει μια καταγραφή, αλλά και σύνθεση, των πλέον προσφάτων εξελίξεων και επιστημονικών συμπερασμάτων για το ζήτημα αυτό, ξεκαθαρίζοντας τις μέχρι τώρα αμφισβητήσεις και αμφιβολίες για την γλωσσολογική τοποθέτησή της. Σήμερα, η διεθνής επιστημονική κοινότητα, στην συντριπτική της πλειονότητα, αποδέχεται ότι η καθομιλουμένη στην Μακεδονία της κλασσικής περιόδου (5ος-4ος αιώνας π.Χ.) ήταν μια ακόμη ελληνική διάλεκτος. Πρωτοδημοσιεύθηκε στον τρίτο τόμο/τεύχος του περιοδικού «Νέος Ερμής ο Λόγιος» τον Νοέμβριο του 2011.

Στην τρίτη εργασία μου, με τίτλο «Το γλωσσικό ιδίωμα των γηγενών σε περιοχές της Μακεδονίας», επιχειρώ να προσεγγίσω εθνο-γλωσσολογικά το ιδίωμα που ομιλείται ακόμη σήμερα σε κάποιες περιοχές της Μακεδονίας, τα «εντόπικα/εντόπια» ή μακεδονικό πίτζιν, όπως το ονομάζω. Μια πρώτη περιληπτική παρουσίαση αυτής της εργασίας πραγματοποιήθηκε στην 5η πανελλήνια συνάντηση που οργανώθηκε από το περιοδικό «Άρδην» και την εφημερίδα «ρήξη» στην Έδεσσα στις 28-30 Αυγούστου 2008 και στην συνέχεια, στις 19 Οκτωβρίου 2008 αναρτήθηκε στην γνωστή ιστοσελίδα www.antibaro.gr αποσπώντας ενθουσιώδη σχόλια και κριτικές. Επίσης παρουσιάστηκε στο 10ο Παγκόσμιο Συνέδριο των Παμμακεδονικών Ενώσεων ανά την Υφήλιο, το οποίο διεξήχθη στο Λιτόχωρο της Πιερίας στις 9-12 Ιουλίου του 2009. Στα τρία χρόνια περίπου που μεσολάβησαν από τότε μέχρι σήμερα η εργασία αυτή βελτιώθηκε και συμπληρώθηκε με διαλεκτολογικούς χάρτες, σπάνιες φωτογραφίες-τεκμήρια, βιβλιογραφικές αναφορές κλπ, έτσι ώστε το τελικό κείμενο που περιλαμβάνεται εδώ, να είναι κατά το δυνατόν πιο άψογο.
Ελπίζω οι αναγνώστες, με την μελέτη αυτού του υλικού, να συμπληρώσουν ή να βελτιώσουν τις γνώσεις τους στα συγκεκριμένα θέματα.

Έδεσσα, 1η Σεπτεμβρίου 2011
Δημήτρης Ε. Ευαγγελίδης

Πέμπτη 15 Δεκεμβρίου 2011

Συνωστισμένες στο Ζάλογγο


"Συνωστισμένες στο Ζάλογγο"
(Ο επίλογος από το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά, Συνωστισμένες στο Ζάλογγο, Οι Σουλιώτες, ο Αλή πασάς, και η αποδόμηση της ιστορίας, που θα κυκλοφορήσει στις 16 Δεκεμβρίου 2011)

Απομυθοποίηση ή αποσιώπηση
Στις μέρες μας, λοιπόν, στα πλαίσια της (αποδομητικής;) κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων», οι οποίες επέτρεψαν τη συγκρότηση και την εδραίωση του εθνικού κράτους, μαζί με άλλους κομβικούς «εθνικούς μύθους» –κρυφό σχολειό, κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου κ.ά.–, επιχειρείται και η «απομυθοποίηση» του Σουλίου και των Σουλιωτών. Και το επιχείρημα, ή μάλλον η δικαιολογία, που προβάλλεται, είναι πως επιβάλλεται να «ξαναγραφτεί» η ιστορία, χρησιμοποιώντας νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία.
Πράγματι, κάθε γενιά, κάθε εποχή, οφείλει να επανεξετάζει τα ιστορικά γεγονότα και να συμπληρώνει, να διορθώνει, κάποτε και να αναθεωρεί αν χρειαστεί, υπό το φως νέων πηγών και νέων ιδεών. Ωστόσο, θα πρέπει να ξαναγραφτεί για να φωτιστεί και όχι για να αποσιωπηθούν πτυχές της ή ακόμα και να διαστρεβλωθεί. Έτσι, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη μια σύγχρονη ιστορική έρευνα που δεν μένει στα εργαλεία και τις πηγές που υπήρχαν στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, η χρήση της οικονομικής ιστορίας, ακόμα και η σχετική αποστασιοποίηση από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες.
Οι επικρίσεις μας λοιπόν στους αποδομητές ιστορικούς δεν αφορούν εν τέλει στην απομυθοποιητική τους πρόθεση –που, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά, αποκαλύπτοντας κρυμμένες πλευρές της ιστορίας– αλλά μάλλον στην επιχειρούμενη συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.
Είναι θεμιτό και αναγκαίο να διερευνηθεί η οργάνωση και ο ρόλος των πατριών, ή οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης των παρασουλιώτικων χωριών από τις μεγάλες φάρες του Σουλίου κ.λπ. Ωστόσο, δεν μπορεί να παρασιωπηθεί ή να υποβαθμιστεί το στοιχείο της αγωνιστικότητας, της μαχητικότητας και του ηρωισμού των Σουλιωτών, ή οι μέθοδοι και τα στρατηγήματα που χρησιμοποιούσαν κατά τις αναρίθμητες συγκρούσεις τους. Και αυτό όχι μόνο, ή κυρίως, για λόγους εθνικού φρονηματισμού –για το Σούλι θα μπορούσε να γράψει και κάποιος ξένος ιστορικός– αλλά διότι αυτό το στοιχείο είναι συστατικό της σουλιώτικης κοινότητας. Αυτή δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει χωρίς το αγωνιστικό/ηρωικό στοιχείο που σφραγίζει άνδρες, γυναίκες και παιδιά μιας πολεμικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ως εάν γράφαμε για τη Σπάρτη παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας το επίσης ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο και μέναμε μόνο στις σχέσεις με τους είλωτες, τους περιοίκους κ.λπ. Όμως, η Σπάρτη και το Σούλι ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικές κοινότητες και το ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο ήταν προϋπόθεση της ύπαρξής τους.
Και είναι κρίμα το ότι πιο πρόσφατα έργα για το Σούλι –σε μία εποχή που εκπονούνται ελάχιστες σχετικές μελέτες­– γράφτηκαν με στόχο τους Σουλιώτες, δηλαδή την αποδόμησή τους. Κατ’ αρχάς, διότι, υποβαθμίζοντας το Ζάλογγο και τη Δέσπω, «ξεχνώντας» τη Λένη Μπότσαρη, αμφισβητώντας την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μεταβάλλοντας σε κυριολεκτικό θήραμα μιας δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας τον Φώτο Τζαβέλα, αποτυγχάνουν στην ίδια την αναπαράσταση της σουλιώτικης κοινότητας, για την οποία ανάλογες πράξεις ηρωισμού αποτελούσαν προϋπόθεση της επιβίωσής της και κομβικό στοιχείο της «ιδιοπροσωπίας» της. Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργο τους –κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις– σκιάζεται στο σύνολό του από την υποψία της αναξιοπιστίας. Για να αναγνωστεί από τον οποιονδήποτε επιμελή αναγνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της… ιστορικής αλήθειας, παρεμπιπτόντως.
Εξ άλλου, όσα ήδη προανέφερα για την αιτιολόγηση της αγωνιστικής/ηρωικής φύσης της σουλιώτικης κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μορφή… θεμιτής απομυθοποίησης, διότι το ηρωικό στοιχείο τοποθετείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια και δεν εμφανίζεται πέραν και υπεράνω της ιστορίας. Αν, λοιπόν, με το επιχείρημα της απομυθοποίησης, μια ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών, από το ένα άκρο, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στην περιγραφή γεγονότων, κατεξοχήν πολεμικών, οδηγείται στο αντίθετο, δηλαδή σε μια καταγραφή των δημογραφικών, οικονομικών, κοινωνικών, γεωγραφικών δεδομένων, συρρικνώνοντας και διαστρεβλώνοντας τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τότε βαρύνεται από έναν αντίστροφο και πιο επικίνδυνο στραβισμό. Πόσο μάλλον αν διαστρέφει και τα σχετικά στοιχεία για να προσλάβει το ζητούμενο.
Γι’ αυτό, για την ιστορία του Σουλίου, θα συνεχίσουμε να προσφεύγουμε προνομιακά στον Περραιβό, τον Λαμπρίδη, τον Αραβαντινό, τον Παπακώστα ή ακόμα και τον Μπενέκο. Διότι, παρά τους περιορισμούς της εποχής τους, είχαν εντοπίσει τα κομβικά στοιχεία της σουλιώτικης «ιδιοπροσωπίας».
Μια σύγχρονη ιστορία του Σουλίου εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, και ελπίζω αυτή η μικρή μελέτη να βοηθήσει όποιον ή όποια αναλάβει να φέρει σε πέρας μια επί τέλους ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ιστορία των Λακεδαιμονίων της Ηπείρου.
Οι Σουλιώτες και η εθνική συνείδηση
Για όσους εξακολουθούν να πιστεύουν πως οι Σουλιώτες δεν διέθεταν αναπτυγμένη «εθνική συνείδηση», θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η εθνική συνείδηση, πριν την επανάσταση του ’21 και τη δημιουργία εθνικού κράτους, αποτελεί για τους Έλληνες και τους Σουλιώτες πολεμιστές μια συνείδηση γένους, μια συνείδηση σχεδόν ταυτισμένη με τη θρησκευτική ταυτότητα και τις παραδόσεις, μια συνείδηση της ρωμιοσύνης. Ωστόσο, οι Έλληνες αρματολοί, ακόμα και οι Σουλιώτες, παραμένουν, τουλάχιστον τυπικά, υποτελείς στην οθωμανική εξουσία – οι Σουλιώτες πληρώνουν και έναν ελάχιστο, υπαρκτό όμως, φόρο στους Οθωμανούς, αναγνωρίζοντας έτσι μια ψιλή οθωμανική κυριότητα.
Για να επιβιώσουν, όλοι οι Έλληνες, από τον Ρήγα Βελεστινλή, στην Κωνσταντινούπολη ή το Βουκουρέστι, έως τον Κολοκοτρώνη, ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν κάποιες σχέσεις με την οθωμανική εξουσία και να έρχονται σε συνδιαλλαγή μαζί της. Εξ ου και τα αναρίθμητα «καπάκια» των κλεφταρματολών, η παρουσία του Αθανάσιου Ψαλίδα, του Ιωάννη Κωλέττη ή του Οδυσσέα Ανδρούτσου και του Αθανάσιου Διάκου στην υπηρεσία του Αλή πασά, οι ανακωχές, οι συμφωνίες, οι προσχωρήσεις ενίοτε ορισμένων Σουλιωτών σε μια ισχυρότερη δύναμη. Και παρ’ όλο που η αντιπαράθεση των Σουλιωτών με τον Αλή, περισσότερο από κάθε άλλη, προσλαμβάνει τον χαρακτήρα της σύγκρουσης δύο στρατοπέδων, ωστόσο δεν παύουν αυτά τα στρατόπεδα να είναι διαπερατά και σχετικά ρευστά. Εξ άλλου, μεγαλύτερη ρευστότητα χαρακτηρίζει ακόμα και τις σχέσεις του Αλή πασά με τον σουλτάνο ή τους αγάδες της Παραμυθιάς. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, λοιπόν, η εθνική συνοχή και συνείδηση των Σουλιωτών είναι ήδη εξαιρετικά υψηλή και ξεπερνάει κατά πολύ τον μέσο όρο της εποχής και της περιοχής. Και αυτό διότι η κύρια πλευρά της σχέσης τους με την οθωμανική εξουσία παρέμενε η αντιπαράθεση, πράγμα που δεν παρατηρείται στην καθημερινότητα των εμπόρων, των λογίων ή ακόμα και τη συντριπτική πλειοψηφία των αρματολών, που θα πρωτοστατήσουν αργότερα στην Επανάσταση.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι Έλληνες ζουν υπό ξένη κυριαρχία και σταδιακώς διαμορφώνουν πυρήνες μικροεξουσίας σε πολλαπλά επίπεδα, από την κοινοτική οργάνωση των ορεινών περιοχών και των νησιών μέχρι τις παραδουνάβιες Ηγεμονίες από τα Ζαγοροχώρια και τα Μαντεμοχώρια έως τα Αμπελάκια. Μέσα σε αυτούς τους πυρήνες της μικροεξουσίας, ιδιαίτερη σημασία είχαν οι στρατιωτικές δυνάμεις, οι κλέφτες, τα αρματολίκια, τα στρατιωτικά σώματα της Επτανήσου, των Ηγεμονιών, καθώς και όσα βρίσκονταν στην υπηρεσία του Αλή, διότι θα συγκροτήσουν τις απαραίτητες και εμπειροπόλεμες στρατιωτικές δυνάμεις που θα επιτρέψουν τη διεξαγωγή της Επανάστασης. Ανάμεσα σε αυτές τις στρατιωτικές μικροεξουσίες, ιδιαίτερης σημασίας ήταν εκείνες που συγκροτούσαν οι Μανιάτες, οι Σουλιώτες και οι Χειμαριώτες, οι οποίοι διέθεταν μια χωρικά προσδιορισμένη και οριοθετημένη ένοπλη εξουσία, κάτω πάντα από την οθωμανική επικυριαρχία, αλλά ουσιαστικά αυτόνομη στην πράξη.
Ανάμεσα στις τρεις αυτές συσσωματώσεις, οι Σουλιώτες συνιστούν μια επιπλέον ιδιαιτερότητα, διότι σχεδόν αποκλειστικό στοιχείο της συγκρότησής τους είναι το πολεμικό. Οι Μανιάτες και οι Χειμαριώτες αποτελούν κοινότητες αγροτο-πολεμικές. Οι αγροτο-ποιμενικές δραστηριότητες αποτελούσαν τη βάση της οικονομικής τους ζωής και η πειρατεία ή η ληστεία συνιστούσαν ένα συμπλήρωμα για τον βιοπορισμό τους.
Οι Σουλιώτες, αντίθετα, αποτελούσαν μια κοινότητα κατ’ εξοχήν πολεμική και οι αγροτο-κτηνοτροφικές δραστηριότητες ήταν η δευτερεύουσα ή τριτεύουσα απασχόλησή τους. Έτσι προσομοιάζουν με τις ομάδες των κλεφτών, μόνο που, σε αντίθεση με αυτούς, συγκροτούν ταυτόχρονα και μια εδραία κοινότητα, με μόνιμο τόπο κατοικίας, σταθερή οικογενειακή εστία και κοινωνικές σχέσεις. Παράλληλα, οι Σουλιώτες είναι υποχρεωμένοι να επεκτείνουν την ακτίνα της δραστηριότητάς τους, στον βαθμό που μεγαλώνει ο αριθμός τους, τόσο από τη δημογραφική τους επέκταση όσο και από τη συρροή νέων πληθυσμών – από το Σούλι θα σχηματιστεί το Τετραχώρι, το οποίο θα επεκταθεί στο Επταχώρι κ.λπ., και τελικά θα επεκτείνουν την «επικράτειά» τους στα υπερεξήκοντα χωριά, τα οποία προστατεύουν από τους Οθωμανούς έναντι χρηματικού και άλλων τιμημάτων. Κατά συνέπεια, οι Σουλιώτες έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση με την οθωμανική εξουσία.
Η Βάσω Ψιμούλη πραγματοποιεί μια διαφορετική ανάγνωση των σχέσεων ανάμεσα στους Σουλιώτες και την οθωμανική εξουσία:
…η κοινότητα των τεσσάρων σουλιωτικών χωριών έχει πάρει[ ] τη μορφή της χριστιανικής ποιμενικής-πολεμικής κοινότητας, η οποία δρα ελεύθερα, μη επηρεαζόμενη από την περιστασιακή παρουσία του Οθωμανού σπαχή. [ ] Θα είναι νομότυπη απέναντι στην κεντρική οθωμανική εξουσία και παράνομη απέναντι στην περιφερειακή.[ ] Θα είναι ενταγμένη μέσα από την καταβολή του κεφαλικού και άλλων φόρων, στην ισχύουσα οθωμανική νομιμότητα, αλλά μη αφομοιωμένη στο ισχύον, για την υποτελή κοινωνία, κοινωνικο-οικονομικό σύστημα[1].
Ωστόσο, ιδιαίτερα σε αυτήν όψιμη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η «οθωμανική νομιμότητα» δεν είναι παρά η «περιφερειακή εξουσία». Προπαντός σε μια εποχή κατακερματισμού της κεντρικής εξουσίας. Το γεγονός ότι καταβάλλουν έναν ελάχιστο φόρο δεν τους καθιστά νομότυπους υπηκόους της οθωμανικής εξουσίας, με την οποία συγκρούονται σχεδόν αδιαλείπτως. Εξ άλλου, αρκετές φορές είχαν αναγνωρίσει και την τυπική εξουσία του ορκισμένου εχθρού τους, Αλή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο τελευταίος, μάλιστα, είναι πασάς των Ιωαννίνων, «βεζίρης» με τρείς «ιππουρίδες»…
Επιπλέον, είναι παγκοίνως γνωστό, και το επαναλαμβάνει επανειλημμένα η ίδια η Ψιμούλη, πως ο Αλής, σε όλες τις μείζονες εξορμήσεις του εναντίον του Σουλίου, ήταν πάντοτε εφοδιασμένος και με το ανάλογο σουλτανικό φιρμάνι. Έτσι θα συμβεί το 1789[2], το 1792[3] και το 1800, ενώ, όπως είδαμε, για την τελική νίκη του εναντίον των Σουλιωτών, θα αποσπάσει τις υψηλότερες διακρίσεις από την Πύλη. Ο Πουκεβίλ, αναλύοντας τις αιτίες της τελικής πτώσης του Σουλίου, μας δίνει μία σημαντική πληροφορία για την ανάμειξή της :
Η υπερβολική τους αλαζονεία [των Σουλιωτών], την τελευταία περίοδο, προκάλεσε την εχθρότητα της Πύλης και ο κιουτσούκ εμπροχόρ, ή ο Μικρός Σταυλάρχης του Σουλτάνου, που είχε σταλεί από την Υψηλότητά του, στα 1802, στις σατραπείες της Πελοποννήσου και της Αλβανίας, είχε επιμείνει στην ανάγκη να καταβληθούν οι μεγαλύτερες προσπάθειες για να τους εκδιώξουν[4].
Συνεπώς, ο Τεπελενλής δεν είχε απλώς τη συναίνεση της Υψηλής Πόρτας για την τελική επίθεση εναντίον των Σουλιωτών, αλλά εκτελούσε τις εντολές της. Γι’ αυτό, μετά τη νίκη του, θα ανταμειφθεί με τον τίτλο του Ρούμελη βαλεσή, δηλαδή του ανώτατου διοικητή του μεγαλύτερου μέρους της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ενώ η εξουσία του θα επεκταθεί μέχρι τη Μακεδονία και την Πελοπόννησο – ο δε γιος του, Βελής, αρχηγός της εκστρατείας κατά των Σουλιωτών, θα χριστεί Μορά Βαλεσής.
Η ίδια η Ψ., εξάλλου, σε αντίθεση με την προηγούμενη απόφανσή της, σε άλλο σημείο του βιβλίου, υπογραμμίζει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της σουλιώτικης έναντι της οθωμανικής εξουσίας.
Εξάλλου, η δυναμική και δια των όπλων επιτυχής εμπλοκή των Σουλιωτών σε μηχανισμούς παράνομης φοροείσπραξης, καθώς εκ των πραγμάτων στερούσε από το άρχον συγκρότημα της κατακτητικής κοινωνίας μέρος ή το σύνολο των προσόδων του, εμπεριείχε και τα στοιχεία της ανυπακοής ή της ανταρσίας. [ ] Η αυτονομία την οποία απολαμβάνει καθώς και η εξουσιαστική δύναμη την οποία ή ένοπλη δράση της έχει επιβάλει στην περιοχή αποτελούν [ ]πρόκληση για την επίσημη εξουσία[5].
Είδαμε στην Εισαγωγή της μελέτης μας τις σχετικές με τους Σουλιώτες απόψεις του Κορδάτου. Γι’ αυτόν, οι επιθέσεις των Τούρκων δεν συνδέονται καθόλου με τις επαναστατικές απόπειρες του 1788-1792, αλλά ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά των διαμαρτυριών που έκαναν οι «χριστιανοί και Τούρκοι αγρότες», όχι μόνο στον πασά των Ιωαννίνων αλλά και στον ίδιο τον σουλτάνο. Εξ άλλου, όταν οι Σουλιώτες «ξεπαστρεύτηκαν» από τον Αλή, «ξανάσαναν οι αγρότες και άρχισαν να καλλιεργούν τα χωράφια και τ’ αμπέλια τους»[6]:
Οι Σουλιώτες λοιπόν τους «πολέμους» τους με τον Αλή δεν τους έκαναν εμπνευσμένοι από τον «πόθον της ελευθερίας». Το αίσθημα της εθνικής συνείδησης στα χρόνια εκείνα ήταν ολότελα άγνωστο σ’ αυτούς[7].
Ο Κορδάτος, μέσα σε δέκα σελίδες μιας απίστευτης υμνολογίας για τον Αλή, φρονίμως ποιών, ελάχιστα αναφέρεται στο Σούλι και δεν μνημονεύει καθόλου τον Φώτο Τζαβέλα, το Ζάλογγο, το Κούγκι ή τη Δέσπω. Προτιμά την αποσιώπηση. Η προσέγγιση αυτή αναδεικνύει ήδη τον τόνο και το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ανατραφεί μια ολόκληρη γενιά που θεωρούσε τον Κορδάτο μέντορά της: προβολή των αρετών του Αλή πασά και αποσιώπηση των ηρωικών επεισοδίων της σουλιώτικης εποποιίας. Είδαμε πως, για τον Κορδάτο, «ο δημοκρατισμός τους [ ] αντανακλούσε την πρωτόγονη οργάνωση του γένους και όχι νεώτερες δημοκρατικές αντιλήψεις»[8].
Ωστόσο, εποποιίες πολύ μικρότερου εύρους, όπως εκείνη των Ινδιάνων Τσεγιέν, που απαθανάτισε ο Χάουαρντ Φαστ στο Τελευταίο Μέτωπο, το οποίο πραγματευόταν τη φυγή μιας ομάδας Ινδιάνων Σιού, το 1870, αποσπούσε τον θαυμασμό των νεαρών Ελλήνων στη δεκαετία του 1960 – ανάμεσά τους και του υποφαινομένου. Τότε, δεν πέρασε από το μυαλό μας πως οι Τσεγιέν ήταν αλογοκλέφτες και ο αμερικάνικος στρατός εκπρόσωπος της ιστορικής προόδου έναντι της καθυστερημένης φυλετικής δομής και του «πρωτόγονου δημοκρατισμού» των Ινδιάνων! Οι Σουλιώτες, όμως, αποκαλούνται χωρίς περιστροφές «κλέφτες» και ο Αλής εκφραστής της προόδου[9], παρότι ο Ένγκελς, στην Καταγωγή της Ατομικής Οικογένειας…, εκθειάζει την «πρωτόγονη κοινοκτημοσύνη» των ινδιάνων Ιροκέζων ως πρόπλασμα της μελλοντικής ολοκληρωμένης κοινοκτημοσύνης!
Προφανώς, σαράντα χρόνια μετά τον Κορδάτο, και αφού έχουν μεσολαβήσει οι μελέτες του Χομπσμπάουμ[10] και τόσων άλλων για τους ληστές και την «κοινωνική ληστεία», η επανάληψη ανάλογων αποφάνσεων έχει καταστεί δυσχερέστερη. Αν όμως θεωρήσουμε τους Σουλιώτες «ληστές» και όχι «κοινωνικούς ληστές», τότε εύκολα μπορούμε να επιστρέψουμε στα ίδια!
Ο Σουλιώτης[ ]δεν αποκαθιστά κανόνα δικαίου, απλώς συμπαρατίθεται και συνάρχει με τον σούμπαση ή τον μουσουλμάνο αγά, μέσω του διαμερισμού των αγροτικών προσόδων. Υπ’ αυτή την έννοια, η οπλική δύναμη και η μαχητική δράση των Σουλιωτών στην ευρύτερη περιοχή δεν εμπεριέχει χαρακτήρα κοινωνικής ληστείας, τουλάχιστον υπό την πολύ αυστηρή σημασία του όρου[11].
Οι Σουλιώτες, που για διακόσια χρόνια διεξάγουν έναν διαρκή πόλεμο εναντίον των Οθωμανών, δεν δικαιούνται ούτε καν τον «τίτλο» του κοινωνικού ληστή «με την αυστηρή έννοια του όρου», τίτλος που εύκολα απονέμεται στους νοτιαμερικανούς κανγκασέιρος. Γι’ αυτό, αναλογιζόμενη ίσως την ιστορική ύβρη ανάλογων αποφάνσεων, και των σχετικών συμπαραδηλώσεων, δύο σελίδες πιο κάτω, αναιρεί πανηγυρικά τα λεγόμενά της:
Ταυτόχρονα η σουλιώτικη κοινωνία προβάλλεται στη συνείδηση του υποταγμένου χριστιανικού πληθυσμού ως πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας απέναντι στην ισχύουσα τάξη πραγμάτων. [ ]Υπ’ αυτή την έννοια, η δράση της σουλιώτικης κοινωνίας διαθέτει τα γνωρίσματα μιας πρωτόγονης επανάστασης. Μάλιστα η εντοπισμένη γεωγραφικά εξουσιαστική της δύναμη, ως τύπος χριστιανικής αντι-εξουσίας [ ] στην απώτατη συνέπειά της ενέκλειε, για τους περίοικους χριστιανικούς πληθυσμούς, και τον πυρήνα εγγραφής του μελλοντικού απελευθερωτικού τους αιτήματος. Συνεπώς η ληστεία θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως μορφή κοινωνικού κινήματος, το οποίο μέσα στο πλαίσιο της κατακτητικής κοινωνίας και δια παρανόμων μεθοδεύσεων διεκδικεί [ ] μερίδιο στην κατανομή των υπαρχόντων, διαθέσιμων πόρων[12].
Πολύ λίγα θα είχα να προσθέσω ή να αλλάξω από αυτή τη διαπίστωση. «Πρότυπο εξέγερσης και ανταρσίας», «ληστεία ως μορφή κοινωνικού κινήματος», «πρωτόγονη επανάσταση», «αντι-εξουσία» «πυρήνας εγγραφής ενός μελλοντικού απελευθερωτικού αιτήματος». Προφανώς, λοιπόν, ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να περιοριστεί στα πλαίσια της κοινωνικής ληστείας, αλλά εγγράφεται σε εκείνο ενός επαναστατικού κινήματος, μιας «πρωτόγονης επανάστασης», η οποία μετασχηματίζεται προς την κατεύθυνση μιας συνολικής επανάστασης. Και οι Σουλιώτες θα διατρέξουν ολόκληρη τη σχετική διαδρομή.
Από το γένος στο έθνος
Το ελληνικό έθνος, στη πολύχρονη διαδρομή του, θα διέλθει τρεις μεγάλες ιστορικές περιόδους. Η πρώτη είναι η αρχαία, φυλετική και πολεοκρατική περίοδος, κατά την οποία η εθνική συνείδηση είναι κατ’ εξοχήν πολιτισμικής και φυλετικής υφής και αναδεικνύεται ανάγλυφα στις αμφικτυονίες και τους Ολυμπιακούς αγώνες και κατ’ εξοχήν στις συγκρούσεις με τους ξένους αντιπάλους, οπότε οι Έλληνες συνασπίζονται και στρατιωτικά.
Η δεύτερη συνιστά την οικουμενική φάση του ελληνισμού, που διήρκεσε τουλάχιστον 15 αιώνες –από τον Μέγα Αλέξανδρο έως τους Κομνηνούς– και διακρίνεται σε τρεις μεγάλες υποπεριόδους, την ελληνιστική, τη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή. Σε αυτήν, η ελληνική εθνική συνείδηση συνιστά μια συνείδηση οικουμενική και αφορά κατ’ εξοχήν τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινή θρησκεία.
Η τρίτη περίοδος, του νεώτερου ελληνισμού, αρθρώνεται σε τρεις ιστορικές υποπεριόδους.
Κατά την πρώτη φάση, από τον 11ο και τον 12ο αι., έως το 1453, διαμορφώνεται το πρωτοελληνικό οιονεί έθνος-κράτος. Τωόντι, οι πληθυσμοί που συγκροτούν το ύστερο βυζαντινό ελληνικό κράτος διαχωρίζονται από τους γειτονικούς πληθυσμούς, τους Αρμένιους, τους Βουλγάρους, τους Σέρβους, και ταυτόχρονα έρχονται σε βίαιη αντιπαράθεση με τους Φράγκους και τους Τούρκους. Ήδη από την εποχή της Αυτοκρατορίας της Νικαίας, μπορούμε να μιλάμε για το νεώτερο ελληνικό έθνος. Τότε διαμορφώνεται στις βασικές της συνιστώσες η νεώτερη ελληνική συνείδηση και ιδιοπροσωπία, ως μια εθνική συνείδηση αντιστασιακού χαρακτήρα. Γι’ αυτό και όλες οι μεταγενέστερες απόπειρες για την ελληνική «παλιγγενεσία» θα αναφέρονται παραδειγματικά στην Κωνσταντινούπολη και τους Παλαιολόγους.
Σε μια δεύτερη φάση, εκείνη της Φραγκοκρατίας και της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες όχι μόνο παύουν να διαθέτουν οποιαδήποτε αυτόνομη κρατική υπόσταση, αλλά και διαχέονται εκ νέου στο εσωτερικό μιας πολυεθνικής Αυτοκρατορίας, σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και πολιτισμικό χώρο.
Σε αυτή τη νέα περίοδο, αποφασιστικό συνεκτικό ρόλο διαδραματίζουν η ορθοδοξία και η γλώσσα. Έτσι, παλαιοί ελληνικοί πληθυσμοί θα υποστούν μια ρευστοποίηση της συνείδησής τους, ενώ άλλοι, όπως οι αρβανίτικοι πληθυσμοί της Ηπείρου και της Πελοποννήσου, μέσω της θρησκείας, της γλώσσας και της αντιπαράθεσης με τους Οθωμανούς, θα τείνουν να ταυτιστούν με παλαιότερους ελληνικούς πληθυσμούς. Η ελληνική εθνική συνείδηση εκφράζεται στη φάση αυτή ως συνείδηση του «γένους», χωρίς ωστόσο να πάψει ποτέ να είναι ελληνική και εθνική. Γι’ αυτό και η ανάμνηση των αρχαίων –από την πλευρά των λογίων– και του Βυζαντίου από εκείνη της Εκκλησίας, των λογίων αλλά και των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, θα παραμένει καθοριστική. Οι Χρησμοί[13] και η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου[14] αποτελούν τα πιο διαδεδομένα λαϊκά αναγνώσματα. Και κάθε τόσο, εξεγέρσεις, επαναστάσεις, η κλεφτουριά.
Καθώς οι υπόδουλοι Έλληνες νιώθουν να ενδυναμώνονται οικονομικά, πνευματικά και στρατιωτικά, στη στεριά και τη θάλασσα, ενώ παράλληλα εξασθενεί η οθωμανική Αυτοκρατορία, θα πολλαπλασιάζονται οι κινήσεις και οι απόπειρες για την «παλιγγενεσία», δηλαδή για την πολιτική χειραφέτηση ενός γένους που θα τείνει να μετασχηματιστεί και πάλι σε κράτος.
Όμως, η μετάβαση από την περίοδο του γένους, με τον πολυκερματισμό των συνειδήσεων και των ταυτοτήτων, που έχουν επιφέρει οι μακροί αιώνες της ξένης κυριαρχίας, σε μια νέα εθνική πολιτειακή υπόσταση δεν συνιστά μια απλή και γραμμική μεταβολή: στην Κρήτη και στα Επτάνησα, η ξενοκρατία θα διαρκέσει σχεδόν επτά αιώνες, στην Πελοπόννησο και στα ναυτικά ξερονήσια του Αιγαίου, θα είναι πολύ μικρότερη στη Θράκη, τη Μακεδονία την Ήπειρο, τα μικρασιατικά παράλια, τις Ηγεμονίες, τη διασπορά, οι συνθήκες διαφοροποιούνται στο έπακρο μεταξύ τους. Κατά συνέπεια, απαιτείται μια ολόκληρη επανάσταση συνειδήσεων, συμπεριφορών, πολιτισμικών προτύπων. Απαιτείται μία μετάβαση σε μια νέα ποιότητα που ουσιαστικά θα διαρκέσει μέχρι το 1922. Η νέα αυτή συνείδηση, η οποία αρχίζει να διαμορφώνεται ως καθολική συνείδηση των Ελλήνων από το 1770 –με τα Ορλωφικά– και στοχεύει στη συγκρότηση μιας συμπαγούς εθνικής ταυτότητας κρατικού χαρακτήρα, αναχωνεύει σε ένα ενιαίο σύνολο τα διάσπαρτα στοιχεία της «γενεακής» ταυτότητας: Αρχαία Ελλάδα, Βυζάντιο, νεωτερικότητα, σύγχρονη Ελλάδα.
Σε αυτή τη νέα ταυτότητα θα μετασχηματιστούν, το καθένα μέσα από τη δική του διαδρομή, τα disjecta membra του ελληνισμού:
Η κλεφτουριά, μέσα από την εμπειρία της σύγκρουσης, των Ορλωφικών, της συμμετοχής στα κινήματα της περιόδου 1789-1792 και του 1806-1807, της στρατολόγησης στις στρατιωτικές δυνάμεις των Επτανήσων και της Ρωσίας, θα μεταβεί από την τοπική ιδιαίτερη συνείδηση στη διεύρυνση της αντίληψης, που θα εκφραστεί στη Λευκάδα, στα 1807, και θα την οδηγήσει στη μετοχή στη Φιλική Εταιρεία και την Επανάσταση.
Οι λόγιοι, από την προσκόλληση στη Ρωσία του Ευγένιου Βούλγαρι και του Αθανάσιου Ψαλίδα της Βιέννης[15], θα αποπειραθούν να συγκροτήσουν μια επαναστατική οργάνωση με τον Ρήγα Βελεστινλή και το συνθετικό του εγχείρημα. Τα σχολειά, στα Γιάννενα, το Βουκουρέστι, τη Χίο, τις Κυδωνίες, τη Σμύρνη, θα ενοποιήσουν τον ελληνισμό και την ιδεολογία του. Οι έμποροι με τα δίκτυά τους θα φέρουν σε επαφή τόπους και ανθρώπους, οι ναυτικοί θα ενοποιήσουν και πάλι τον ελληνικό κόσμο. Και η Φιλική Εταιρεία θα εκφράσει τη συνθετικότητα ενός δυνάμει νέου πολιτειακού κρατικού μορφώματος. Έτσι θα συντελεστεί η μετάβαση από το γένος στο έθνος. Σε αυτή θα συμμετάσχουν, με όλες τις οδύνες που φέρνει η γέννηση, και οι Σουλιώτες.
Από τη φυγή στα βουνά, για να αποφύγουν τη φορολογία και τους εξισλαμισμούς, από την καθημερινή σύγκρουση με τους μουσουλμάνους αγάδες, για τη διεύρυνση της «χριστιανικής εξουσίας», θα περάσουν σταδιακά στη συμμαχία με τους Ρώσους, στα Ορλωφικά, και αργότερα, στην άσκηση μιας στοιχειώδους «εξωτερικής πολιτικής», στις σχέσεις τους με τα Επτάνησα, την Πάργα και την Πρέβεζα, στη συνειδητοποίηση της μετοχής σε μια ευρύτερη ταυτότητα ρωμαίικη/ελληνική, στη μεταβολή τους σε ένοπλη πρωτοπορία της Επανάστασης, στη διάρκεια του ’21.
Μέσα σε εκατό χρόνια, οι αδάμαστοι ορεσίβιοι θα διανύσουν μια τεράστια απόσταση. Εκείνη την απόσταση που, από διαφορετικές αφετηρίες και σε διαφορετικούς ρόλους, θα διατρέξουν όλοι οι Έλληνες, από τον Ιωάννη Πρίγκο έως τον Αδαμάντιο Κοραή: τη μεταβολή της συνείδησης μετοχής σε ένα ιδιαίτερο γένος, δίχως όμως δική του κρατική υπόσταση, σε ενεργό διεκδίκηση της πολιτικής χειραφέτησης. Σίγουρα, ο δρόμος που χρειάστηκε να διανύσουν οι Σουλιώτες, πάνω στα βουνά της Ηπείρου, προς την κατάκτηση αυτής της νέας συνείδησης ήταν πολύ μακρύτερος από άλλους. Τους έλειπε η παιδεία, οι παραστάσεις, κάποτε η ίδια η ελληνική γλώσσα. Όμως, με το αίμα, τους αγώνες και τις απροσμέτρητες θυσίες τους, θα καλύψουν αυτή τη μεγάλη απόσταση.

[1] Β. Ψιμούλη, 308.
[2] Β. Ψιμούλη, 357.
[3] Β. Ψιμούλη, 368.
[4] Pouqueville, Voyage en Morée…, ό.π., τ. 3, σ. 126.
[5] Β. Ψιμούλη 310.
[6] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σσ. 408-409.
[7] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄, σ. 409.
[8] Γ. Κορδάτου, Ιστορία …, ό.π., τ. Α΄,  σ. 407.
[9] Γεγονός βέβαια που δεν αναιρεί το ότι, την ίδια εποχή, υπήρχαν και άλλοι αριστεροί  ιστορικοί, όπως ο Δημήτρης Φωτιάδης, που έγραφαν εγκωμιαστικά κείμενα για τους κλέφτες. Ωστόσο, ο πάπας της μαρξιστικής ιστοριογραφίας στην Ελλάδα ήταν τότε ο Κορδάτος.
[10] Βλ. τη νεώτερη συμπληρωμένη έκδοση του αρχικού βιβλίου του 1969, Έρικ Χομπσμπάουμ, Ληστές, Θεμέλιο, Αθήνα 2010.
[11] Β. Ψιμούλη, σ. 309.
[12] Β. Ψιμούλη, 310-311.
[13] Βλ. Asterios Argyriou, Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque, 1453-1821: esquisse d’une histoire des courants idéologiques au sein du peuple grec asservi, ΕΜΣ, Θεσσαλονίκη 1982 Γ. Καραμπελιάς, Η ανολοκλήρωτη…, ό.π., σσ. 50-55.
[14] Βελουδής, Γεώργιος (επιμ.), Διήγησις Αλεξάνδρου του Μακεδόνος, Ερμής, Αθήνα 1977.
[15]  Βλ. Αθανάσιος Ψαλίδας  Αἰ­κα­τε­ρί­να ἡ Β΄, ἤ­τοι ἱ­στο­ρί­α σύν­το­μος τῆς ἐν τῇ ὁ­δοι­πο­ρί­ᾳ αὐ­τῆς πρὸς τοὺς ἐν Νίζ­νη καὶ Ταυ­ρί­α Γραι­κοὺς ὑ­π’ αὐ­τῆς δει­χθεί­σης εὐ­νοί­ας. Βιέννη 1792 Ευγένιος Βούλγαρις, Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού Κράτους, Πετρούπολη 1771-1772.



Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Συνέντευξη του Vasko Gligorijevic για τον ψευδο-Μακεδονισμό


Συνέντευξη για τον ψευδο Μακεδονισμό της ΠΓΔΜ
-Κύριε Γκλιγκόροφ, είστε γνωστός αγωνιστής της ελευθερίας και της δημοκρατίας και υπερασπιστής των δικαιωμάτων των Ελλήνων στα Σκόπια ( FYROM), όπου ζείτε. Ποια είναι η καταγωγή και ποια η εθνικότητά σας;
-Σας ευχαριστώ που μου παρέχετε ένα βήμα για συνέντευξη. Πρωταρχικά ο αγώνας μου στηρίζεται στην καθολική ισχύ της αλήθειας που πολλοί άνθρωποι φαίνεται να αγνοούν στην κοινή μας καμπή της ιστορίας. Παρότι δε θα χαρακτήριζα τη δράση μου ηρωική με την αυστηρή έννοια του όρου, συμβάλλει στη μεγαλύτερη δυνατή κατανόηση της γεωπολιτικής και εθνοψυχολογικής –πολιτιστικής εικόνας. Και στις δύο περιπτώσεις η προσέγγιση τείνει να είναι ταυτόχρονα ιστορική –ακαδημαϊκή και ρεαλιστική –ακτιβιστική.
Όσον αφορά την καταγωγή μου, είμαι από την πλευρά του πατέρα μου Σέρβος και ταυτόχρονα Σλάβος από το Βόρειο FYROM, όπου βρίσκονται οι πιο βαθιές μου ρίζες. Από την πλευρά της μητέρας μου κατάγομαι από τη βορειοδυτική Ελλάδα, επομένως είμαι εν μέρει Έλληνας. Αλλά η Ελλάδα, τα ιδανικά της κλασσικής αρχαιότητας, η έννοια του φιλότιμου και η αγάπη της ελευθερίας, αυτά είναι που με κάνουν να είμαι «Έλληνας στην καρδιά», όπως –πιστεύω- συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικότητας. Η Ελλάδα ήταν και είναι φάρος των Ιδεών!

-Είστε ο ιδρυτής του Σλαβικού Φιλελληνικού Δικτύου, που ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τους στόχους του Δικτύου και για τη δραστηριότητά του αυτή;

-Το Σλαβικό Φιλελληνικό Δίκτυο, που τώρα έχει απαγορευτεί, ήταν μια μικρή ομάδα φοιτητών που άρχισε να στρέφεται στον ακτιβισμό, βασισμένη στην εφαρμογή της λεγόμενης «αμετάβλητης ιστορίας», αγνής από κάθε πολιτική επέμβαση. Με το να μην είμαστε πολιτικά ορθοί μέχρι και να είμαστε απεχθείς με όρους σύγκρουσης με το εμφανιζόμενο αλλόκοτο Ψευδομακεδονικό ιδεολόγημα ως δόγμα του FYROM αποτύχαμε στις προσπάθειές μας, επιτυγχάνοντας μερικώς να δημιουργήσουμε μια μικρότερη ομάδα με σχετική ακτιβιστική σκέψη και παντού σήμερα να μπορεί κανείς να δει σποραδικά αναμφισβήτητα ίχνη της επίδρασής μας.
Επαναλαμβάνω: H oμάδα διαλύθηκε στους ταραγμένους καιρούς, αλλά πρέπει να ανακαλούμε με ελπίδα και ζήλο το μύθο του φοίνικα.

-Ποιες άλλες μορφές έχει ο αγώνας σας εναντίον της κυβερνητικής προπαγάνδας των Σκοπίων;

-Για την ώρα είναι ατομικός και έχει τη μορφή θεωρητικής μελέτης και ανάλυσης, επαγρύπνησης και πληροφόρησης. Ο σκοπός είναι να μοιραστούμε με όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με τις αρχές της υγιούς αμοιβαίας συνεργασίας, ένα εύρωστο και χωρίς ρωγμές κορμό θεωρητικού υλικού για ιστορική ανάλυση. Αυτές οι σχέσεις βοηθούν την επικοινωνία στη Νότια Βαλκανική και την κυκλοφορία της γνώσης που σε κάποια μελλοντική εποχή θα στεφθεί με επιτυχία από τη δράση των λίγων και αποτελεσματικών. Η κατάλυση του Ψευδομακεδονισμού είναι βασική προϋπόθεση για να εγκαθιδρυθεί ριζικά νέος τρόπος να συνεργαστούμε και να πετάξουμε τον ψευδοπατριωτισμό του Γκρούεφσκι στη χωματερή της ιστορίας! Και την κοινωνική παθολογία επίσης…

-Ως ιστορικός ερευνητής ποια γνώμη έχετε τελικά για το ζήτημα του ονόματος του FYROM;

-Η άποψή μου είναι ότι η καινούρια Δημοκρατία δε θα έπρεπε να περιέχει το όνομα Μακεδονία, το οποίο θα εμφανίζεται ως φορέας εθνικού προσδιορισμού για περίπου 65-75% Βούλγαρους, 6-8% Έλληνες και συγγενικούς Ελληνο-Βλάχους, περίπου 7-15% Σέρβους και μερικές άλλες μικρότερες ορθόδοξες ομάδες, που είναι επιφανειακά «εκμακεδονισμένες». Λόγω και ενός 27% Αλβανών σ΄ αυτή τη χώρα και περίπου 10% άλλων, έχω επινοήσει τον όρο «POVARDARJE”, δηλ. χώρα του Βαρδάρη, περιοχή μέσα και γύρω από τον ποταμό Βαρδάρη, που είναι από κάθε άποψη κατάλληλος για τη χώρα. Όσον αφορά τους Σλάβους η πολιτιστική επανάκτηση των αρχαϊκών όρων «Σέρβοι» και «Βούλγαροι» με νομικά και άλλα μέτρα θα περιορίσει τον αριθμό των Ψευδομακεδόνων σε θυλάκια φανατικών που θα απομένουν διάσπαρτα εδώ κι εκεί. Αυτό είναι ένα ιδιαίτερα περίπλοκο έργο που πρέπει να γίνει από ιστοριογραφική σκοπιά στην εθνολογία και επίσης ελέγχοντας τις παροδικές πραγματικότητες. Οι Βούλγαροι στο FYROM πρέπει να θεωρηθούν ως μια ομάδα που αργά αλλά σίγουρα θα αναδομήσει τις ρίζες της, οι οποίες αλλοιώθηκαν από το Γιουγκοσλαβικό κομμουνισμό.

-Ποια υπήρξε η επιρροή των προσπαθειών σας στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες;

-Κυρίως υποστηρικτική, αν και αρχικά όχι χωρίς σκεπτικισμό. Αλλά αργότερα εμφανίστηκε ένα δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών που ενισχύθηκε από ποικίλα είδη εργασιών πλήθους ανθρώπων κάθε κατηγορίας. Το ελληνικό κράτος θα πρέπει να γνωρίζει-και το ανακάλυψε από το παράδειγμά μου-ότι κάτω από την επίφαση του Ψευδομακεδονισμού υπάρχουν άνθρωποι που διατηρούν με πίστη την αρχαϊκή τους ταυτότητα, διατρανώνοντας την αλήθεια που σίγουρα κανείς δεν μπορεί να ανασκευάσει.

- Οι αγώνες σας ως ακτιβιστή και οι φιλελληνικές σας θέσεις προκάλεσαν τη βίαιη αντίδραση του Ψευδομακεδονικού κράτους. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για τις διώξεις που έχετε υποστεί;

-Είναι επιβεβλημένο να αποφεύγω να εκθέτω τις διάφορες δικαστικές διαδικασίες, κυρίως των γεγονότων του 2009. Στο διαδίκτυο μπορείτε να βρείτε πολλές πληροφορίες για τα κυριότερα γεγονότα και τις ημερομηνίες. Έτσι, όλοι όσοι ενδιαφέρονται θα δουν το σταλινισμό και τον ανελεύθερο χαρακτήρα του καθεστώτος του VMRO (πρόκειται για το κόμμα του Γκρούεφσκυ), παίρνοντας παράδειγμα από αυτά τα γεγονότα που τον αποδεικνύουν με τον πιο τεκμηριωμένο τρόπο.

-Ποια ήταν η επίσημη αντίδραση της Ελλάδας στις διώξεις και τις φυλακίσεις σας; Σας υποστήριξαν κάποιοι ελληνικοί φορείς;

-Πολλοί Έλληνες ως άτομα, άνθρωποι με τους οποίους είχα επαφή από παλιότερα και άνθρωποι που μου εμφανίστηκαν τότε, μου συμπαραστάθηκαν και με βοήθησαν σ΄ εκείνες τις ώρες. Σε αυτό το σημείο τους εκφράζω για άλλη μια φορά την ευγνωμοσύνη μου, γιατί αναχαίτισαν την αναβίωση μιας εξαιρετικά φαύλης μεθόδου επίθεσης που επιβάλλει τη σιωπή στους ανθρώπους.

-Πιστεύετε ότι βρίσκεστε ακόμη σε κίνδυνο; Ποια είναι τα σημερινά σας προβλήματα στη χώρα σας;

-Ο κίνδυνος υπάρχει και θα γίνεται όλο και μεγαλύτερος. Αλλά δε θα συνθηκολογήσω τώρα που έχω κατανοήσει το κορυφαίο πρόβλημα που εμποδίζει την κοινωνική ανάπτυξη και –πραγματικά-απειλεί την ειρήνη στα Βαλκάνια! Όντας σε εξαιρετική θέση ως προς την ποιότητα των πηγών πληροφόρησης, δουλεύω σε συνεργασία με διάφορες αντιπολιτευτικές ομάδες στο FYROM.

-Με ποιους τρόπους νομίζετε ότι θα μπορούσε να σας βοηθήσει η Ελλάδα να συνεχίσετε τη ζωή και τη μάχη σας;

-Μόνο με μια πνευματική υποστήριξη που θα προσφέρεται με διαφάνεια και δραστικότητα σχετικά με την ανταλλαγή πληροφοριών και με συνακόλουθες. μορφές ακτιβισμού που θα έχουν ορθούς στόχους.

-Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;

-Οι θεοί γελούν όταν οι θνητοί κάνουν σχέδια.

-Μιλήστε μας για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι Σέρβοι στα Σκόπια.

-Πρωταρχικά, υπάρχει μια πιθανότητα αφομοίωσης από συγγενικούς, αλλά διαφορετικούς βασικούς πληθυσμούς στο FYROM που μερικές φορές έχουν μια εντελώς άλλη νοοτροπία. Και πρακτικά αυτοί οι πληθυσμοί, που περισσότερο απαντώνται στα ανατολικά και κάποια κεντρικά τμήματα της χώρας, αποτελούνται από Βουλγάρους, που είναι ελαφρώς αλλαγμένοι. Ο Σερβικός παράγοντας και στο FYROM και στη Σερβία και σε άλλες χώρες, όπως και στη σερβική διασπορά (που προέρχεται κυρίως από μετανάστες από FYROM) θα πρέπει να αποκαταστήσει την κληρονομιά του και να ξεκαθαρίσει τα όρια της διαφορετικότητάς του. Πάνω σε αυτά τα μελλοντικά θεμέλια η Σερβική κοινότητα στο FYROM μπορεί να αρχίσει να οικοδομεί ισχυρότερα μέσα διατήρησης της αυθεντικής της ταυτότητας, για την οποία δεν υπάρχει φόβος να οδηγηθεί σε αφομοίωση από την τεχνητή ψευδομακεδονική κοινότητα.

-Ποιο είναι το όραμά σας για τις Σλαβο-Ελληνικές σχέσεις;

-Υπάρχουν επί 1500 χρόνια και βασίζονται σε πολλές κοινές αξίες, μερικές από τις οποίες είναι κυρίως ελληνικές, που απορροφήθηκαν πρωταρχικά, αλλά όχι αποκλειστικά με τις Βυζαντινο-Σλαβικές επαφές. Υπάρχουν πολλές σύγχρονες πιθανότητες συνεργασίας και οι Σλάβοι του FYROM (των οποίων η ιδεολογία ισχυρίζεται ότι δεν είναι Σλάβοι) δε θα έπρεπε να θεωρούνται ως τυπικοί, ότι π.χ. έχουν ένα τρόπο σκέψης που είναι κοινός για όλα τα Σλαβικά έθνη.

-Κύριε Γκλιγκόροφ, κατά τη γνώμη μας είστε ένας σύγχρονος ήρωας, αν και είστε πολύ νέος άνθρωπος. Τι θα συμβουλεύατε τους Έλληνες και ιδιαίτερα τους νέους Έλληνες;

-Να συνεχίσουν σθεναρά να προχωρούν μέσα στη γεωπολιτική σύγχυση του εικοστού πρώτου αιώνα, έχοντας στο νου τις αρετές του ελληνισμού. Με τις αξίες που υποστηρίχθηκαν από το Σωκράτη, με την πατριωτική επαγρύπνηση του Λεωνίδα, με την αίσθηση της πολιτιστικής αποστολής του Αλέξανδρου και με υψηλό φρόνημα απέναντι στις δυνάμεις του απρόσωπου, ουτοπικού κοσμοπολιτισμού, για να κατακτήσουν την ελευθερία μόνοι τους και για τους εαυτούς τους και για τις επόμενες γενιές.

πηγή: Fx-news.gr

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

ΤΟΠΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ



ΤΟΠΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ;
Ή Ο ΣΩΖΩΝ ΕΑΥΤΟΝ ΣΩΘΗΤΩ;
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΥ

Η καθιερωμένη εβδομάδα βιώσιμης ανάπτυξης διοργανώνεται και φέτος στην Κέρκυρα με κεντρικό θέμα τα "ΤΟΠΙΚΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΒΙΩΣΙΜΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ".
Θεωρώντας ως μόνη διέξοδο από την καθολική παρακμή την αποφασιστική δέσμευση και σύμπραξη των ζωντανών τοπικών δυνάμεων σε (πανελλαδική κλίμακα) σε συγκεκριμένους, πρακτικούς υλοποιήσιμους αναπτυξιακούς στόχους, επιλέξαμε τα Τοπικά Σύμφωνα Ανάπτυξης ως το κύριο θέμα της εβδομάδας για το 2011.
Ασφαλώς και δεν επιδιώκουμε ένα ακόμα θεωρητικό αναπτυξιακό συνέδριο. Ασφαλώς δεν προσβλέπουμε σε ένα συνέδριο διακηρύξεων περί της χρησιμότητας, συνεργασίας μεταξύ τομέων και κλάδων της τοπικής οικονομίας, φορέων της τοπικής κοινωνίας.
Ερχόμαστε να αξιοποιήσουμε την διαλυτική κρίση που συγκλονίζει και απειλεί συθέμελα τη τοπική αλλά και την εθνική μας οικονομία ως ευκαιρία για ένα αναγεννητικό ξεκίνημα,
Ερχόμαστε να αναδείξουμε την ανάγκη για ένα νέο ήθος εργασίας, αλλά και συνεργασίας όλων των ζωντανών δυνάμεων που έχουν απομείνει σε κάθε τοπική κοινωνία.
Η κρίση δεν ξεπερνιέται με δελτία τύπου των κομμάτων, με δελτία ειδήσεων των καναλιών, με αποφάσεις καθοδηγητικών οργάνων, ούτε με εξωτερικό ή εσωτερικό δανεισμό. Εκτός εάν ο δανεισμός χρησιμοποιείται αναπτυξιακά, χρησιμοποιείται για τη βελτίωση της θέσης της χώρας στον παγκόσμιο καταμερισμό γνώσης και εργασίας και δεν χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση προηγούμενων χρεών.
Η έξοδος από την κρίση διασφαλίζεται μόνον από την αλλαγή της θέσης και της σχέσης.
Στην τοπική ανασυγκρότηση δεν θα περάσουμε υπογράφοντας ένα τοπικό αναπτυξιακό συμβόλαιο, αλλά βήμα, βήμα, χτίζοντας κλάδο, κλάδο, τομέα, τομέα, φορέα, φορέα, μικρά νικηφόρα βήματα εμπιστοσύνης, αλληλεγγύης, πραγμάτωσης στόχων. Το κόστος της αδιαφορίας όλων για όλους, ή το χειρότερο του πολέμου όλων εναντίον όλων έχει δώσει τους καρπούς του.
Τοπική ανάπτυξη χωρίς πραγματική συνεργασία τοπικών φορέων δεν μπορεί να επιτευχθεί. Μπορεί να έχουμε επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κέρκυρα αλλά κερκυραϊκή οικονομία δεν έχουμε. Η οικονομία είναι κερκυραϊκή όταν οι κλάδοι και οι τομείς της, όταν οι επιχειρήσεις που λειτουργούν σαυτήν θέτουν το γενικότερο τοπικό συμφέρον, το φυσικό κεφάλαιο, το ανθρώπινο κεφάλαιο όχι ως πόρους προς εκμετάλλευση, αλλά ως πόρους προς δημιουργική αξιοποίηση και ανάπτυξη. Η παραγωγική προσφορά προϊόντων και υπηρεσιών βιώσιμης ζήτησης , προϊόντων που είναι δύσκολο ή ακατόρθωτο να υποκατασταθούν καθιστά την οικονομία του νησιού βιώσιμη.
Η διασφάλιση τέτοιας συμμετοχής, της τοπικής οικονομίας στην παγκόσμια, προϋποθέτει κατάλληλες επιχειρήσεις (φυσικά και επιχειρηματίες). Επιχειρήσεις ικανές να προβλέπουν και να προετοιμάζονται για το μέλλον, να μεταλλάσσονται όταν πρέπει, να συνεργάζονται μεταξύ τους.
Ο πόλεμος όλων εναντίον όλων δεν θα επιτρέψει σε κανέναν να επιβιώσει.
Σε μια τέτοια λογική, σε ένα τέτοιο αναπτυξιακό μοντέλο, το νησί στο σύνολο του γίνεται ανταγωνιστικότερο, σε σχέση με άλλες τοπικές οικονομίες, Το νησί βελτιώνει την θέση του και την σχέση του στο διεθνή καταμερισμό εργασίας.